Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Woody Guthrie, dust bowl songs for dust bowl days

Τώρα που το μακρύ τους χέρι θα έρθει να σου κόψει το ρεύμα, την στιγμή που θ’ ανάβεις το κερί, είναι μια καλή στιγμή να θυμηθείς ότι το unplugged δεν άρχισε όταν ο Kurt αποφάσισε να τραβήξει την πρίζα για χάρη του MTV. Ούτε καν όταν ο γερο-Μπομπ ξεκίνησε να τραγουδάει κυνηγώντας την απάντηση στο άνεμο.
Η ιστορία είναι παλιά και πάει πίσω σε εποχές εξίσου θλιβερές, σε σκονισμένους δρόμους και τραγούδια, συνοδεία μόνο (?) μιας κιθάρας, αυτής της μηχανής που σκοτώνει τους φασίστες.
« Φωνή τραχιά και ένρινη…δεν υπάρχει τίποτα γλυκό στον Γούντι, δεν υπάρχει τίποτα γλυκό στα τραγούδια που τραγουδάει. Υπάρχει όμως κάτι πιο σημαντικό γι’ αυτούς που θέλουν να ακούσουν. Η επιθυμία ενός λαού ν’ αντισταθεί και ν’ αγωνιστεί ενάντια στην καταπίεση»*
Ναι, δεν υπάρχει τίποτα γλυκό σε κομμάτια σαν το Pretty Boy Floyd, μόνο μια ωδή στην κοφτή ανάσα του παρανόμου. Μαζί και η αλήθεια ειπωμένη απ’ τα χείλη ενός τραγουδιστή, που τραγουδάει χωρίς λεξικά, ενός ποιητή που δεν κρέμεται από ράφια με βιβλία** που μοιάζει όμως σαν να βγήκε έπειτα από πολύχρονη παρατήρηση, σκέψη και άσκηση, μέσα από τα χείλη δεκάδων φιλοσόφων και ποιητών της Ανατολής.

Some will rob you with a six-gun, and some with a fountain pen.

O Woody Guthrie, από τις ξερές σκονισμένες μέρες του, στις δικές μας, και στην αιωνιότητα.
Aint got no home (in this world anymore), επίκαιρο κάθε στιγμή σ’ αυτόν τον γαλαξία, (κάτι μου λέει και στους άλλους), και οι Earthbound το ψυχανεμίστηκαν νωρίς, δίνοντας μας την δική τους -κλασική πια και αυτή- όμορφη εκδοχή.
Εδώ είμαστε, αφυδατωμένοι από την αμμοθύελλα, μα με το βλέμμα πάντα να ψάχνει στον θολό ορίζοντα.

* John Steinbeck για τον Woody Guthrie
** Ο Guthrie για τον εαυτό του.
Και τα δύο παρμένα από το ευαγγέλιο της τρυφερής εφηβικής μου ηλικίας (για αυτό βγήκα έτσι) Underground του Mario Maffi, μετάφραση Τασούλα Καραϊσκάκη, εκδόσεις Οδυσσέας 1983.